Μυστράς - Η πολιτεία της σιωπής
TΑ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑΤο κάστρο, οι οχυρώσεις, οι πύλες, οι εκκλησίες, τα παλάτια, τα αρχοντικά, τα κοινά σπίτια του λαού, οι κρήνες και οι δρόμοι, που αποτελούν τη νεκρή πολιτεία του Μυστρά, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και πιο σημαντικά σύνολα, μάρτυρες του δυναμικού ρόλου που διαδραμάτισε η «θεοφρούρητη χώρα του Μυζηθρά» στην αναγέννηση των Παλαιολόγων, μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη.
ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑΟι επτά εκκλησιές του Μυστρά ήταν και είναι το στολίδι της έρημης, σήμερα, βυζαντινής καστροπολιτείας. Όλες τους, εκτός από την Αγία Σοφία, βρίσκονται στην Κάτω Χώρα, την κυρίως αστική συνοικία της πόλης.
Πολύ κοντά στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου είναι οΆγιος Δημήτριος, η μητρόπολη του Μυστρά. Πρόκειται για ένα τειχισμένο κτιριακό συγκρότημα, που ήταν προσκολλημένο στη βόρεια πλευρά του εξωτερικού τείχους και αποτελούσε το θρησκευτικό κέντρο του Μυστρά. Στη δυτική αυλή με τη μνημειακή πύλη σώζεται ένα διώροφο οικοδόμημα, κτίσμα του ιεράρχη Ανανία Λαμπάρδη (1754), που χρησίμευε ως κατοικία του μητροπολίτη Λακεδαίμονος επί τουρκοκρατίας.
Η εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον άγιο Δημήτριο και χτίστηκε το 1292 από τον ιεράρχη Νικηφόρο Μοσχόπουλο, που έμεινε στη Λακωνία από το 1304 μέχρι το 1315 και έφερε από την Κωνσταντινούπολη τα σχέδια. Αρχικά η εκκλησία ήταν τρίκλιτη βασιλική, αλλά το 15ο αιώνα ο μητροπολίτης Ματθαίος έκανε σημαντικές αλλαγές. Επηρεασμένος από τον τύπο του Αφεντικού, μιας άλλης εκκλησίας του Μυστρά, πρόσθεσε ύψος στο κτίριο και μετέτρεψε τη στέγη σε σχήμα σταυρού με πέντε τρούλους, με μεγαλύτερο τον κεντρικό. Έτσι διαμορφώθηκε ένας περίεργος σύνθετος τύπος ναού: η τρίκλιτη βασιλική κάτω και ο σταυροειδής εγγεγραμμένος με πέντε τρούλους επάνω. Αργότερα, το 18ο αιώνα, χτίστηκε δίπλα στο ναό το διώροφο κτίριο που χρησίμευε σαν σπίτι του επίσκοπου και που σήμερα φιλοξενεί το μικρό μουσείο του Μυστρά, όπου φυλάσσονται κυρίως διάφορα γλυπτά, επιστύλια, μονογράμματα,
θωράκια κλπ., ανάμεσα στα οποία διακρίνεται ανάγλυφο του ενθρονισμένου Χριστού. Οι τοιχογραφίες του ναού ανήκουν σε τρεις διαφορετικές σχολές αγιογράφων, ενώ ο σκαλιστός επισκοπικός θρόνος έγινε την περίοδο της Ενετοκρατίας και έχει έντονα στοιχεία μπαρόκ. Στο δάπεδο, ακριβώς κάτω από τον κεντρικό τρούλο, υπάρχει μαρμάρινος ανάγλυφος δικέφαλος αετός, το οικόσημο των Παλαιολόγων, που χρονολογείται από το 15ο αιώνα. Εδώ, λέει η παράδοση, γονάτισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατά τη στέψη του ως αυτοκράτορα, το 1449.
Λίγο πιο ψηλά από τη μητρόπολη, προς τα ΒΔ, βρίσκεται ηΕυαγγελίστρια, μια μικρή εκκλησιά με απλή εμφάνιση και κομψές αναλογίες, χτισμένη στα τέλη του 14ου ή στις αρχές του 15ου αιώνα (1390-1410) σε σταυροειδή βυζαντινό ρυθμό, με κομψές αναλογίες και τρούλο. Από την εκκλησία της Οδηγήτριας-Αφεντικού έχει υιοθετήσει την ύπαρξη νάρθηκα με όροφο-γυναικωνίτη. Η διάκοσμός της, κυρίως με γλυπτά, είναι ιδιαίτερα πλούσιος και παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Από την ομοιογένεια και την ενότητα που τον χαρακτηρίζει, προκύπτει ότι έγινε για να κοσμήσει το ναό και αποτελεί δείγμα της γλυπτικής τέχνης που αναπτύχθηκε στο Μυστρά. Τα θέματα και ο τρόπος της εργασίας θυμίζουν λαϊκά κεντήματα. Από τις τοιχογραφίες της δυστυχώς σώζονται ελάχιστα τμήματα. Η διάταξη των σκηνών και των θεμάτων γενικά φαίνεται ότι ακολούθησε τη διάταξη της Περιβλέπτου. Η τεχνοτροπία ακολουθεί την παράδοση των Παλαιολόγων και χρονολογείται στο 15ο αιώνα.Ακολουθώντας τον ανηφορικό λιθόστρωτο δρόμο ο επισκέπτης βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα του Βροντοχίου. Περιτριγυρισμένο κάποτε με ιδιαίτερο τείχος, αποτελούσε το πλουσιότερο μοναστήρι του Μυστρά και στην περίοδο της ακμής του Μυστρά υπήρξε κέντρο έντονης πνευματικής κίνησης. Εκεί δίδασκε ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, με διάσημους μαθητές του τον Έλληνα καρδινάλιο, Βησσαρίωνα και τον τελευταίο ιστορικό του Βυζαντίου, Λαόνικο Χαλκοκονδύλη. Το μοναστήρι προικισμένο με αυτοκρατορικές δωρεές και πολλά προνόμια απ’ τους δεσπότες, διέθετε μια από τις πλουσιότερες και σπουδαιότερες βιβλιοθήκες της αυτοκρατορίας, είχε διοικητική ανεξαρτησία και υπαγόταν απευθείας στον πατριάρχη Κωνσταντινούπολης. Μέσα στο συγκρότημα υπάρχουν δύο από τις ομορφότερες εκκλησιές του Μυστρά, που φιλοξενούσαν και τάφους των δεσποτών.
Παλαιότερη από τις δύο είναι οι Άγιοι Θεόδωροι, που άρχισαν να χτίζονται από τον ηγούμενο Δανιήλ γύρω στο 1290 και τέλειωσαν το 1296 από τον Μεγάλο ΠρωτοσύγκελοΠαχώμιο. Ο ναός αυτός μαζί με τον Άγιο Δημήτριο είναι μια από τις πιο παλιές εκκλησίες του Μυστρά. Είναι ναός τύπου σταυρικού οκταγωνικού, με μεγάλο τρούλο, όπως ο Όσιος Λουκάς της Φωκίδας, η Μονή Δαφνιού, η Ρωσική Εκκλησίαστην Αθήνα και στις τέσσερις γωνιές υπάρχουν ταφικά παρεκκλήσια των δεσποτών του Μυστρά. Το εξωτερικό του εμφανίζει αρκετή χάρη και ομορφιά, ενώ ο κεραμικός διάκοσμος των επιφανειών και τα διάφορα επίπεδα της στέγης, δείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής, του δίνουν ιδιαίτερη γραφικότητα. Οι τοιχογραφίες που σώζονται σήμερα ανήκουν στην πρώτη περίοδο της άνθησης της τέχνης του Μυστρά που φτάνει ως το 1350 και είναι μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Οι μορφές απεικονίζονται ηρωικές, γεμάτες ζωή, με ελευθερία στην κίνηση και ρεαλιστική διάθεση, κάτι που μαρτυρεί εξάρτηση από την παλαιότερη τέχνη. Γενικά έχουν εμφανή την επίδραση της Μακεδονικής Σχολής.
Η Παναγία η Οδηγήτρια, ή «Αφεντικό», είναι η δεύτερη εκκλησία στο Βροντόχι στο ΒΔ άκρη της πόλης και χτίστηκε το 1310 από τον Πρωτοσύγκελο Παχώμιο. Τόσο τα σχέδια, αλλά και οι μάστορες και οι αγιογράφοι που τη διακόσμησαν είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη. Σαν υλικό κατασκευής χρησιμοποιήθηκε πέτρα για το εξωτερικό και μάρμαρο για την εσωτερική επένδυση. Η Οδηγήτρια ήταν η πρώτη εκκλησία στο Μυστρά όπου εφαρμόστηκε ο σύνθετος αρχιτεκτονικός ρυθμός. Τρίκλιτη βασιλική στη κάτοψη και σταυροειδής με πέντε τρούλους και ένα στο νάρθηκα, στο πάνω μέρος.[1] Στα πλάγια του κυρίως ναού υπάρχουν στοές και ταφικά παρεκκλήσια. Στο παρεκκλήσι στη ΒΔ γωνιά της εκκλησίας είναι θαμμένος ο Θεόδωρος Β' Παλαιολόγος, γεγονός που έδωσε και την ονομασία «Αφεντικό» στην εκκλησία. Ο περίφημος αυτός δεσπότης, που λίγο πριν το θάνατό του (1443) έγινε μοναχός με το όνομα Θεοδώρητος, απεικονίζεται δυο φορές στον τοίχο πάνω από τον τάφο του: αριστερά με τη μεγαλοπρεπή στολή του δεσπότη και δεξιά με το καλογερικό ράσο. Η μορφή του είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους της προσωπογραφίας έτσι όπως είχε καλλιεργηθεί στο Μυστρά. Το παρεκκλήσι που βρίσκεται στη ΝΔ γωνιά της εκκλησίας έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στου τοίχους του είναι ζωγραφισμένα και τα χρυσόβουλα των αυτοκρατόρων με τα προνόμια που είχαν δοθεί στο Βροντόχι, τα στοιχεία της τεράστιας περιουσίας του κ.α.
Κοντά στη ΝΑ γωνία του εξωτερικού τείχους (σχεδόν αθέατη) βρίσκεται ένα μικρό μοναστήρι, η Περίβλεπτος. Είναι αφιερωμένο στη Παναγία Περίβλεπτο, ονομασία που προέρχεται από μια φημισμένη εκκλησιά της Κωνσταντινούπολης, χτισμένη στα χρόνια της αυτοκράτειρας Ζωής. Η ίδρυσή του θα πρέπει να τοποθετηθεί στις αρχές του 14ου αιώνα. Είναι βυζαντινού ρυθμού, σταυροειδής με τρούλο, αλλά και με αρκετά αρχιτεκτονικά στοιχεία δυτικού τύπου, όπως ο πύργος πάνω από την τράπεζα. Παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με την Ευαγγελίστρια και την Αγία Σοφία. Η μια πλευρά της στηρίζεται στο βράχο και κρύβει τη σπηλιά που βρίσκεται πίσω. Το σπήλαιο πιστεύεται ότι είναι αυτό που αναφέρει ο Παυσανίας (Λακωνικά 20,7), όπου στην αρχαιότητα γίνονταν τελετές συνδεδεμένες με τα Ελευσίνια μυστήρια. Η εξωτερική όψη του ναού δημιουργεί τέλεια εντύπωση με τις κομψές αναλογίες, την απλότητα στις γραμμές, την επιμελημένη τοιχοδομία και τις οδοντωτές ταινίες, που θυμίζουν κλασικό βυζαντινό κτίσμα του 11ου ή του 12ου αιώνα. Όλο το κτίριο είναι αρκετά ακανόνιστο, εξαιτίας της θέσης του διπλανού βράχου και περιβάλλεται από παρεκκλήσια, τα οποία με τις πλάγιες στοές και το ναό αποτελούν ένα γραφικό σύνολο.
Μεγάλη σημασία όμως παρουσιάζει ο ζωγραφικός διάκοσμος της Περιβλέπτου, που ανήκει στη δεύτερη περίοδο τέχνης του Μυστρά, δηλαδή μετά την ίδρυση του δεσποτάτου. Οι τοιχογραφίες περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία θεμάτων και είναι οι καλύτερα διατηρημένες απ’ όλες τις εκκλησίες του Μυστρά. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πλούσια και με πολλές λεπτομέρειες ιστόρηση της παιδική ζωή της Θεοτόκου, με πηγή τα απόκρυφα ευαγγέλια και κυρίως το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Οι μορφές ενός ζευγαριού αρχόντων (δυτικός τοίχος), που προσφέρουν ομοίωμα της εκκλησίας στη Θεοτόκο, πιστεύεται ότι ήταν οι κτήτορες της μονής. Υπάρχει και μια περίεργη ανάγλυφη πλάκα, που απεικονίζει το Μ. Αλέξανδρο να ανεβαίνει στον ουρανό με τη βοήθεια δύο αετών, θέμα αρκετά ασυνήθιστο για ορθόδοξη εκκλησία! Οι τοιχογραφίες της Περιβλέπτου τοποθετούνται χρονικά στο διάστημα 1350-80, αλλά δεν έχουν ούτε το ρεαλισμό των τοιχογραφιών της Μητρόπολης ούτε την ελευθερία του Βροντοχίου. Όμως, παρά τις σοβαρές βλάβες που έχουν υποστεί από την υγρασία και τις επιχρίσεις με ασβέστη, αποτελούν αριστουργήματα που διακρίνονται για τη ζωηρότητα των μορφών, τη δύναμη και τη χάρη των κινήσεων, την ακρίβεια του σχεδίου, τη πλαστικότητα και τη σύνθεση που τις καθιστά άμεσα συγκρίσιμες με τα ψηφιδωτά της Μονής της Χώρας της Κωνσταντινούπολης. Πολλοί ειδικοί θεωρούν ότι οι τοιχογραφίες της Περιβλέπτου ανήκουν σε μια τεχνοτροπία, αντίρροπη της Μακεδονικής, που ανάγεται στη σχολή του 14ου αιώνα, πρόδρομο της Κρητικής Σχολής, η οποία μετά το 15ο και ιδίως το 16ο αιώνα σημείωσε μεγάλη άνθηση και διακρίθηκε για τις θαυμάσιες φορητές εικόνες της. Όπως έγραψε και ο Φώτης Κόντογλου, αυτό που κάνει τη διαφορά στις εικόνες αυτής της εκκλησίας είναι «...το βαθύ αίσθημα και το κατανυχτικό πινέλο».
Κοντά στη Πύλη του Ναυπλίου και τα παλάτια των δεσποτών βρίσκεται η μοναδική εκκλησία της Πάνω Χώρας, η Αγία Σοφία. Είναι σταυροειδής με τρούλο και ψηλό τριώροφο καμπαναριό. Χτίστηκε το 1350 από τον Μανουήλ Κατακουζηνό, πρώτο δεσπότη του Μυστρά,[2] που είχε τη συνήθεια να αφιερώνει όλες τις εκκλησίες που έχτιζε στην Αγία Σοφία. Το κτίριο έχει νάρθηκα, παρεκκλήσια και μια στοά στη βόρεια πλευρά του. Σύμφωνα με την παράδοση, εκεί ενταφιάστηκαν η Θεοδώρα Τόκκου, σύζυγος τουΚωνσταντίνου Δραγάτση Παλαιολόγου (1429), που πέθανε στη Γλαρέντζα και η Κλεόπα Μαλατέστα, σύζυγος τουΘεόδωρου Α' Παλαιολόγου (1433).
Η αγιογράφηση και οι τοιχογραφίες ανήκει στη δεύτερη περίοδο της τέχνης του Μυστρά (1350-1460), που άρχισε με την ίδρυση του δεσποτάτου και είναι φανερή η έντονη επίδραση της Μακεδονικής Σχολής. Πολύ εντυπωσιακή είναι η Γέννηση της Θεοτόκου και μια πλατιά σύνθεση με γυναίκες που έχουν έρθει να προσφέρουν τα δώρα τους ντυμένες όπως οι αρχόντισσες του Μυστρά. Η Αγία Σοφία, λόγω της θέσης της, ήταν η εκκλησία της αριστοκρατίας της πόλης και στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχε μετατραπεί σε τζαμί.
Ακριβώς στην άκρη του γκρεμού, στην ανατολική πλευρά του λόφου και προς τα ΒΔ της Περιβλέπτου, σε μια απότομη κατηφόρα, βρίσκεται η Παντάνασσα, η τελευταία χρονικά μεγάλη εκκλησία που χτίστηκε στον Μυστρά το 1428 με την πιο πολύπλοκη εμφάνιση. Αυτό οφείλεται στο ότι ο ιδρυτής της, Ιωάννης Φραγκόπουλος, «καθολικός μεσάζων και πρωτοστράτωρ» (πρωθυπουργός του Θεόδωρου Β' Παλαιολόγου), έκανε χρήση διαφόρων αρχιτεκτονικών στοιχείων του Μυστρά και της Κωνσταντινούπολης, ενώ παράλληλα ήταν ανοιχτός σ’ επιδράσεις της δυτικής, αλλά και της ισλαμικής τέχνης. Το κτίσμα αυτό του Φραγκόπουλου, που το μονόγραμμά του σώζεται ακόμα σ’ ένα από τα κιονόκρανα
της νότιας τοξοστοιχίας και στα παράθυρα του δυτικού τοίχου, αντικατοπτρίζει την ύστατη προσπάθεια της βυζαντινής τέχνης για μια νέα συνθετική δημιουργία. Στο εσωτερικό φαίνεται η μίμηση του ρυθμού του Αφεντικού, με μικτό αρχιτεκτονικό ρυθμό: τρίκλιτη βασιλική με τοξοστοιχίες στην κάτοψη και σταυροειδής με πέντε τρούλους στο πάνω μέρος, με τετραώροφο καμπαναριό κι ενσωματωμένη στοά με τρούλο. Οι τοιχογραφίες διακρίνεται σε δυο περιόδους: στην πρώτη (από το τέλος της 3ης δεκαετίας του 15ου αιώνα), ανήκουν οι τοιχογραφίες των πάνω επιφανειών και των υπερώων, ενώ στη δεύτερη (τέλη 17ου-αρχές 18ου αιώνα), ανήκουν αυτές των κάτω επιφανειών των τοίχων. Βέβαια, ο διάκοσμος της Παντάνασσας δεν έχει την καλλιτεχνική αξία αυτού της Περιβλέπτου, ούτε παρουσιάζει μεγάλη ενότητα, γιατί έχει επηρεαστεί από το Αφεντικό και τη Περίβλεπτο και επειδή έχει εκτελεστεί από δυο ζωγράφους. Όμως θεωρείται
το τελευταίο αντιπροσωπευτικό έργο της βυζαντινής τέχνης, κάτι που αποδεικνύει ότι το Βυζάντιο στα τελευταία χρόνια της ύπαρξής του είχε ακόμα τη δύναμη να αφομοιώνει καλλιτεχνικά στοιχεία και να παράγει καινούργια έργα. Μερικές σκηνές έχουν ιδιαίτερη χάρη, όπως ο Ευαγγελισμός, όπου ο άγγελος βρίσκει τη Θεοτόκο μέσα σε κήπο, δίπλα σε μια κρήνη από όπου πίνουν νερό πέρδικες. Χαρακτηριστική είναι τέλος η εικόνα του Άρχοντα Μανουήλ Λάσκαρη Χατζίκη, ζωγραφισμένη πάνω στον τάφο του (πέθανε το 1445) στη νότια πλευρά του νάρθηκα, με τα ενδύματα της εποχής των Παλαιολόγων και με τα μαλλιά του όμοια με αυτά του αυτοκράτοραΙωάννη Η' Παλαιολόγου, όπως ο τελευταίος εικονίζεται σε σύγχρονα έργα ζωγραφικής. Αρχικά η μονή ήταν ανδρική, αργότερα όμως μετατράπηκε σε γυναικεία. Εκεί μόνασαν τα τελευταία χρόνια οι δυο αδελφές Ευσεβία και Παϊσία Γιατράκου, που ανήκαν στην ομώνυμη ιστορική οικογένεια και διέθεσαν όλη την περιουσία τους και την ενεργητικότητά τους στην περισυλλογή και διάσωση της μονής και γενικότερα των καλλιτεχνικών θησαυρών του Μυστρά. Σήμερα οι λιγοστές καλόγριες που ζουν στην Παντάνασσα, είναι οι μόνοι μόνιμοι κάτοικοι της σιωπηλής πολιτείας και ασχολούνται με τη χειροτεχνία, τη ζωγραφική και τη ξενάγηση των επισκεπτών του Μυστρά, αλλά και με τον καθαρισμό και τη συντήρηση πολλών τοιχογραφιών.Εκτός από τις επτά μεγάλες εκκλησίες που αναφέραμε, υπάρχουν ακόμα περίπου είκοσι, διάσπαρτες σε ολόκληρη την περιοχή των ερειπίων του Μυστρά. Άλλες διατηρούνται ακέραιες, άλλες είναι μικρά παρεκκλήσια, άλλες ερειπωμένες κι άλλες είναι γνωστή μόνο η θέση τους.
ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ, ΟΙ ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΥΛΕΣΣτην κορυφή του βραχώδους λόφου του Μυζηθρά δεσπόζει πάνω από την πόλη το περίφημο κάστρο, «το μέγα δυναμάριν», που χτίστηκε το 1249 από τον Γουλιέλμο Β' Βιλεαρδουίνο. Το πρώτο αυτό κτίσμα, που οι συνεχείς επισκευές και προσθήκες των Βυζαντινών και των Τούρκων έχουν αλλάξει την αρχική του μορφή, ήταν κι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε λίγο μετά η φημισμένη καστροπολιτεία του Μοριά. Ο πιο εύκολος τρόπος για να φτάσει κανείς εκεί είναι από την πάνω πύλη, την πύλη του Ναυπλίου, με τη σιδερένια κινούμενη θύρα, η οποία διέθετε ισχυρή οχύρωση με ένα συγκρότημα τετράγωνων και στρογγυλών πύργων. Πίσω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας ξεκινάει ένα μικρό μονοπάτι που οδηγεί στην πύλη του κάστρου, προστατευμένη από έναν ισχυρό πύργο, έργο των Βυζαντινών.
Το κάστρο είναι μακρόστενο, εκτείνεται σε μήκος 170 μέτρων και περιβάλλεται από δύο τείχη, που ακολουθούν την κλίση και τη μορφολογία του εδάφους. Στην ανατολική και ΝΑ πλευρά είναι συνεχή, ενώ στη νότια και δυτική συμπληρώνουν τα κενά που αφήνει η φυσική διαμόρφωση του εδάφους. Το πρώτο, το εσωτερικό, κατασκευάστηκε για να προστατεύει τους πρώτους κατοίκους που εγκαταστάθηκαν κάτω από το κάστρο στο δεύτερο μισό του 13ου αιώνα. Η αφετηρία του βρίσκεται στο δυτικό άκρο του κάστρου, κατεβαίνει τον απότομο βράχο, περνάει κάτω από τα παλάτια, από την Παντάνασσα και συνεχίζει προς τα νότια, φτάνοντας μέχρι την άκρη του βράχου. Ψηλότερα, στη ΒΔ γωνία, βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος, το κυρίως «δυναμάρι» του κάστρου, που στη νότια πλευρά του, κολλητά στο τείχος, σώζονται τα ερείπια της κατοικίας του διοικητή του κάστρου, μια δεξαμενή, ένα ερειπωμένο παρεκκλήσι, το παλιό πιθανώς κτίσμα του Μυστρά κι ένας στρογγυλός πύργος (βίγλα), όπου φρουρούσαν οι «βιγλάτορες» (παρατηρητές) και έλεγχαν το πέρασμα του Ταϋγέτου, που περνάει χαμηλότερα στη χαράδρα στο δυτικό άκρο.Το δεύτερο τείχος, το εξωτερικό, ξεκινά από τη βόρεια πλευρά του πρώτου, περνά κάτω από το συγκρότημα του Βροντοχίου και της μητρόπολης, από τον πύργο της σημερινής εισόδου προς τον αρχαιολογικό χώρο και από την πύλη της Μαρμάρας, καταλήγοντας στην Περίβλεπτο. Οι τετράγωνοι πύργοι που υπάρχουν σε ορισμένα διαστήματα είχαν σκοπό να ενισχύσουν την άμυνα της οχύρωσης. Στον εξωτερικό περίβολο σώζονται ερείπια από οικοδομήματα της εποχής της τουρκοκρατίας, μια δεξαμενή και ένας ισχυρός κυκλικός πύργος. Η θέα προς τον Ταΰγετο και την κοιλάδα του Ευρώτα είναι πραγματικά συγκλονιστική. Έξω από τα τείχη της πόλης, προς το ΒΑ άκρο του κάστρου, βρισκόταν η εβραϊκή συνοικία.
Ο Μυστράς είχε τρεις πύλες: τη Μαρμάρα, που πήρε το όνομά της από τη ρωμαϊκή σαρκοφάγο που χρησίμευε ως κρήνη[3] μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Την πύλη με τον πύργο, που αποτελεί την κύρια είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο και στην οποία καταλήγει ο αμαξιτός δρόμος. Την πύλη του Ναυπλίου, με τη σιδερένια κινούμενη θύρα, που είχε ισχυρή οχύρωση με ένα συγκρότημα τετράγωνων και στρογγυλών πύργων. Όσοι έρχονταν από την Κάτω Χώρα έμπαιναν στον Μυστρά από την πύλη της Μονεμβασιάς ή Σιδερόπορτας, που είχε μια σιδερένια καταρακτή θύρα (θύρα που ανεβοκατέβαινε).
ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ, ΤΑ ΑΡΧΟΝΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑΗ πύλη της Μονεμβασιάς οδηγεί από την Κάτω Πόλη στην πλατεία της Άνω Πόλης, όπου υψώνονταν κάποτε μεγαλοπρεπή παλάτια των δεσποτών και τα αρχοντικά των αξιωματούχων του Μυστρά. Τα ερείπιά τους προκαλούν ακόμα και σήμερα το θαυμασμό. Πρόκειται για ένα επιβλητικό συγκρότημα μνημειακού ύψους, πάνω σε ένα βραχώδες έξαρμα, ώστε να δεσπόζει σε όλη την πόλη. Μπροστά απλώνεται η ευρύχωρη πλατεία, από όπου κάποτε γίνονταν οι επίσημες τελετές και οι δημόσιες συγκεντρώσεις, περνούσαν οι αυτοκρατορικές πομπές και στα μπαλκόνια τριγύρω κάθονταν οι δέσποινες του Μυστρά. Αργότερα, στην περίοδο της τουρκοκρατίας η μεγάλη πλατεία χρησίμευε ως χώρος αγοράς, όπου γινόταν το παζάρι, γι’ αυτό και ονομαζόταν φόρος (από το λατινικό forum). Στη ΒΔ άκρη της πλατείας σώζεται η κρήνη των Καντακουζηνών και ο πλάτανος.
Στη ρίζα του βράχου, κάτω από το κάστρο, στο πλάτωμα της Άνω Πόλης, σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση τα εντυπωσιακά παλάτια των Καντακουζηνών και τωνΠαλαιολόγων, των δύο οικογενειών που διοικούσαν τον Μυστρά ως δεσπότες. Τα ογκώδη κτίρια, χαρακτηριστικά δείγματα μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, έχουν δύο πτέρυγες (η μία ΒΑ και η άλλη ΒΔ) και είναι χτισμένα κάθετα το ένα με το άλλο σε σχήμα ορθής γωνίας. Το πρώτο κτίριο της ΒΔ πτέρυγας ανήκει στη πρώτη περίοδο (1250-1350), με οξυκόρυφα γοτθικά παράθυρα και με ένα μικρό (αναστηλωμένο) εξώστη, επηρεασμένο από τη δυτική αρχιτεκτονική. Αποκαλείται «Ανάκτορο των Καντακουζηνών», που κάποια τμήματά του πρέπει να χτίστηκαν από τους πρώτους Φράγκους κυρίαρχους του Μυστρά. Πίσω από αυτό υπάρχει ένα συνεχόμενο κτίριο που ανήκει στη δεύτερη περίοδο (1350-1400) και πρόκειται για το πιο σημαντικό διώροφο κτίριο του Μυστρά που χρησίμευε ως κατοικία των δεσποτών.
Κάθετο στο κτιριακό αυτό συγκρότημα υπάρχει ένα άλλο κτίριο που ανήκει στην τρίτη περίοδο (1400-60) και είναι το παλάτι των Παλαιολόγων. Χτισμένο σε ενιαίο σχέδιο, είναι το τελευταίο κτίριο των παλατιών και καταλαμβάνει όλη τη νότια πτέρυγα. Είναι ένα μεγάλο ορθογώνιο παραλληλόγραμμο οικοδόμημα, μήκους 38 μ. και πλάτους 12 μ., με ημιυπόγειο, δύο ορόφους και διώροφη στοά μπροστά. Η πρόσοψή του μοιάζει με το παλάτι του Πορφυρογέννητου στην Κωνσταντινούπολη και με τα ανάκτορα της πρώιμης Αναγέννησης στην Ιταλία. Στα 8 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου ήταν εγκαταστημένοι οι σωματοφύλακες κι οι κρατικές υπηρεσίες. Όλος ο δεύτερος όροφος αποτελούσε μία αίθουσα, τη μεγαλοπρεπή αίθουσα του θρόνου, τον χρυσοτρίκλινο των Βυζαντινών. Στην ανατολική της πλευρά έχει μια σειρά από 8 μεγάλα γοτθικά παράθυρα και μια δεύτερη από 6 κυκλικά ανοίγματα (φεγγίτες). Η αίθουσα αυτή θερμαινόταν με τζάκια που οι καμινάδες τους περνούσαν μέσα από το δυτικό τοίχο. Δυστυχώς, τα έργα αναστήλωσης κι αποκατάστασης που γίνονται αυτήν την εποχή δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στο εσωτερικό τους. Όμως, έστω και από μακριά, ο όγκος τους είναι ιδιαίτερα επιβλητικός και το μνημειακό τους ύφος μοναδικό. Το παλάτι αυτό πυρπολήθηκε το 1464 κατά την επιδρομή του Μαλατέστα. Διάφοροι περιηγητές, κυρίως στην Τουρκοκρατία, εντυπωσιασμένοι στη θέα τους, τα περιγράφουν με την ονομασία «Παλάτια του Μενελάου», ενώ η λαϊκή μούσα τα τραγούδησε ως «Σαράγια της Βασιλοπούλας».
Στη συνοικία γύρω από τα παλάτια υπάρχουν τα εντυπωσιακά ερείπια από τα αρχοντικά των αξιωματούχων του Μυστρά. Οι χρονικογράφοι της εποχής μιλάνε για περισσότερα από 2.000 αρχοντικά σπίτια, αριθμός που δείχνει τον πλούτο και την αίγλη της πόλης. Τα κτίρια αυτά, καθώς και οι κατοικίες των πλουσίων, αλλά και τα κοινά σπίτια είχαν συνήθως δύο ή τρία πατώματα, αν υπολογιστεί και το υπόγειο. Τα περισσότερα από αυτά έχουν διατηρήσει το αρχικό τους σχέδιο και την εξωτερική τους εμφάνιση και, επειδή δεν έχουν ανακατασκευαστεί ή αναστηλωθεί, βοηθούν στη διαμόρφωση μιας σαφούς εικόνας σχετικά με την κοσμική αρχιτεκτονική στην περίοδο 1300-1700. Προσφέρουν επίσης πολύτιμα στοιχεία για τα υλικά δόμησης, τον τρόπο χρήσης τους κ.α. Τα σπίτια, μεμονωμένα συνήθως μέσα σε μια αυλή ή και εφαπτόμενα με άλλα, εμφανίζουν στη κάτοψη επίμηκες ορθογώνιο παραλληλόγραμμο σχέδιο. Το ισόγειο στεγαζόταν με καμάρα ή θόλους και χρησίμευε ως στάβλος ή αποθήκη. Ο πρώτος όροφος είχε μόνο μια μεγάλη αίθουσα, τον τρίκλινο, ενώ η στέγη ήταν κεραμωτή, ξύλινη και η πρόσοψη με τον ηλιακό (εξώστη) έβλεπε πάντα προς την κοιλάδα του Ευρώτα. Τα παλαιότερα και πλουσιότερα σπίτια διέθεταν έναν τετράγωνο αμυντικό πύργο, αποχωρητήριο που εξείχε σε μια γωνιά του τρίκλινου και σε ορισμένες περιπτώσεις ένα μικρότερο κτίσμα για υπνοδωμάτια (το κουβούκλιο) ή μαγειρεία και χώρους του προσωπικού. Η μελέτη τους έχει αποκαλύψει μοναδικά στοιχεία για την αστική αρχιτεκτονική από τον 13ο έως το 17ο αιώνα. Τα πιο εντυπωσιακά και καλύτερα σωζόμενα σπίτια σήμερα είναι το λεγόμενο Παλατάκι, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, το σπίτι του «Φραγκόπουλου» κοντά στη Περίβλεπτο και το σπίτι του «Λάσκαρη» στη συνοικία της Μαρμάρας. Από αυτό φαίνεται η απλότητα του τρόπου ζωής των κατοίκων του Μυστρά, καθώς και οι αμυντικοί προσανατολισμοί στην αρχιτεκτονική που επιβίωσαν στους πύργους της Μάνης και δηλώνουν γενικά την ανασφάλεια που επικρατούσε στην υστεροβυζαντινή περίοδο. Τέλος, χαμηλά στην Κάτω Χώρα, κοντά στην είσοδο βρίσκεται ακόμα η όμορφη κατασκευή στις πηγές των Κρεβατάδων, μιας ακόμα από τις αρχοντικές οικογένειες του Μυστρά. Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιούνται εντατικές εργασίες αναστήλωσης των κυριότερων μνημείων.
Ο ΜΥΣΤΡΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Πρώτος περιηγητής - αρχαιολόγος, με τη σημερινή έννοια της λέξης, μπορεί να θεωρηθεί ο ΙταλόςΚυριακός Πιτσίκολι, από την Αγκώνα, που επισκέφτηκε πολλές φορές την Ελλάδα και μάλιστα τη Λακωνία και τον Μυστρά από το 1436-47, για να συλλέξει πληροφορίες για την αρχαία Σπάρτη και διάφορα ελληνικά χειρόγραφα. Δεν αποκλείεται, μαζί με τις αρχαιολογικές έρευνες, να συγκέντρωνε και στοιχεία πολιτικής και στρατιωτικής φύσης για τους Τούρκους, γιατί είναι γνωστό ότι αργότερα χρησίμευσε κι ως γραμματέας του σουλτάνουΜωάμεθ Β', στην αυλή του οποίου βρισκόταν γύρω στο 1454. Έγραψε και έμμετρο επίγραμμα για τον Μυστρά στα ιταλικά, που το μετέφρασε ο Γεμιστός Πλήθων.Το 1464 ο Σιγκισμόντο Μαλατέστα ήρθε στον Μυστρά ως επιδρομέας και το 1465 επισκέφτηκε την πόλη ο Ιταλός Τζιαμπέττι. Το 1676 ο Λα Γκυλλετιέρ έγραψε τα βιβλία «Λακεδαίμων» και «Αθήνα αρχαία και νεότερη», όπου συγχέεται ο Μυστράς με την αρχαία Σπάρτη και η σύγχυση αυτή συνεχίζεται από τον Κορονέλι (1681) και τον αβά Φουρμόν (1728). Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον «Χρονογράφο» Δωρόθεο Μονεμβασίας (1631), που στο κεφάλαιο «Περί πότε πήραν οι Φράγκοι τον Μορέα» θεωρεί τον Μυστρά σαν την ίδια τη Σπάρτη. Ο ίδιος χρονογράφος, στο ίδιο κεφάλαιο, αναφέρει τα σχετικά με το γάμο του Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου με την Άννα, κόρη του δεσπότη της Άρτας, Μιχαήλ Β' Άγγελου Κομνηνού και λέει ότι αυτή ήταν πολύ όμορφη και χαριτωμένη σαν δεύτερη Ελένη του Μενελάου.
Φαίνεται ότι η είδηση αυτή ήταν ο πρώτο σπινθήρας της τολμηρής ιδέας του Γκαίτε να παρουσιάσει στο δεύτερο «Φάουστ» τη θρυλική Ελένη της ομηρικής Σπάρτης, να επιζεί για δεύτερη φορά ως σύζυγος του Φράγκου πρίγκιπα της μεσαιωνικής Σπάρτης, που μέχρι τότε ταυτιζόταν ακόμα με το Μυστρά και του οποίου το κάστρο και τη θέση την περιγράφει ως εξής:
«Έρημο ήταν το χαραδροβούνι εκεί,
Που πίσω από τη Σπάρτη βορεινά τραβά,
στον Ταΰγετο ακουμπώντας και που γελαστό,
εκείθε ρυάκι ρέει ο Ευρώτας κι έπειτα,
μες στην κοιλάδα, καλαμόζωστος, πλωτός,
τους κύκνους τρέφει. Πέρα κει μια τολμηρή
φυλή, που από την Κιμμέρια νύχτα πλάκωσε,
μες στη βουνοκοιλάδα εγκαταστάθηκε,
αθόρυβα και κάστρο απάτητο έχτισε...»
Έτσι, η σύγχυση της Σπάρτης και του Μυστρά συνέχισε μέχρι την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα και πρώτος ο Σατομπριάν, που επισκέφτηκε τη Λακωνία (1806), δίνει στοιχεία στο «Οδοιπορικό» του (1827) και ειδήσεις σχετικά με τη θέση της κλασικής Σπάρτης και περιγραφή του Μυστρά. Την ίδια περίπου εποχή τον Μυστρά επισκέφτηκαν ο Γάλος Πουκεβίλ και ο ΆγγλοςΛικ και αργότερα ο ιστορικός της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα Μπισόν, που έδωσε περισσότερα στοιχεία για τον Μυστρά.
[1] Ο ίδιος τύπος αποτέλεσε πρότυπο αργότερα για την Παντάνασσα, ενώ στα μέσα του 15ου αιώνα τον απομιμήθηκε ο μητροπολίτης Ματθαίος για να κατασκευάσει τη Μητρόπολη.
[2] Σώζεται το μονόγραμμά του στο ΝΔ κιονόκρανο και στα επίκρανα των δυτικών παραστάδων.
[3] Σήμερα έχει μεταφερθεί στην αυλή της Μητρόπλης.
7 ΦΕΒ 2009
Μυστράς - Η πολιτεία της σιωπής - A' Μέρος
Ο Μυστράς, η βυζαντινή καστροπολιτεία της Πελοποννήσου που ιδρύθηκε στα μέσα του 13ου αιώνα, δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Βρίσκεται 6 χλμ. ΒΔ της Σπάρτης και, αν και ερειπωμένη σήμερα, στάθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας για δυο αιώνες, με τα ερείπιά της να αποτελούν πολύτιμη πηγή για τη γνώση της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού της ύστερης Βυζαντινής περιόδου. Είναι χτισμένη και διαμορφωμένη πολεοδομικά σύμφωνα με τον κλασικό τρόπο των οχυρωμένων μεσαιωνικών πόλεων, σε τρεις ζώνες, που η καθεμιά περιτριγυρίζεται από τείχη ενισχυμένα με πύργους και βαριές καστρόπορτες. Έτσι έχουμε το κάστρο στην κορυφή του λόφου του Μυστρά, που ήταν και το πρώτο κτίσμα στην περιοχή. Στη συνέχεια αναπτύχθηκε η Πάνω Χώρα ή Μεσοχώρα, με τα παλάτια των δεσποτών και τα αρχοντικά της αριστοκρατίας της πόλης, στο πλάτωμα που υπάρχει κάτω από την κορυφή. Καθώς ο πληθυσμός αυξανόταν ραγδαία, δημιουργήθηκε η μεσοαστική συνοικία της Κάτω Χώρας και τέλος, ο μικρός οικισμός της Έξω Χώρας, έξω από το τείχος, που ήταν χρονικά και η τελευταία συνοικία της πόλης. Στην περίοδο της μεγάλης του ακμής ο Μυστράς αριθμούσε 45.000 κατοίκους.
Σήμερα μόνο με τα μάτια της ψυχής ο επισκέπτης μπορεί να ζήσει το παλιό μεγαλείο της καστροπολιτείας καθώς θα περπατάει στα έρημα λιθόστρωτα, κάτω από τα «διαβατικά» (τις καμάρες που περνάνε πάνω από τους δρόμους) ανάμεσα στα ερείπια των σπιτιών και των αρχοντικών. Μόνον οι πανέμορφες εκκλησιές του Μυστρά στέκονται καλοδιατηρημένες για να θυμίζουν εκείνες της μέρες της δόξας. Η νεκρή πολιτεία έχει τη μοναδική ικανότητα να ζωντανεύει στο κάθε βήμα και να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν μυστηριακή, όπου θρύλοι και γεγονότα γίνονται ένα με θαυμαστό τρόπο. «Το μυστικό του Μυστρά είναι η σιωπή», έχει γράψει πολύ εύστοχα ένας από τους μελετητές του. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο Μπαρός είπε όταν τον αντίκρισε: «...Μόνον ο Μυστράς γεμίζει τη ψυχή μου με ποίηση...», ή το ότι ο Γκαίτε τοποθετεί ένα τμήμα του δεύτερου μέρους του Φάουστ εκεί! Όσο για τη λαϊκή μούσα, αυτή τραγούδησε το κάστρο του και το χαρακτήρισε «δρακόχτιστο», «δρακοθεμελιωμένο» ή «...του Μυζηθρά το κάστρο, το ωριόκαστρο».
ΤΟ XΤΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑΌλα ξεκίνησαν στα μέσα του 13ου αιώνα, μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Το κάστρο του Μυστρά ιδρύθηκε από τονΓουλιέλμο Βιλεαρδουίνο Β', τον Φράγκο άρχοντα του Μορέως, που αφού κυρίευσε (1248) το δυσπόρθητο κάστρο της Μονεμβασιάς, για να έχει κάτω από την εξουσία του τους κατοίκους της Μάνης και της Λακεδαίμονος, ίδρυσε στη Μάνη τα φρούρια του Λεύκτρου και της Μεγάλης Μάνης. Ήταν το 1249, όταν το έμπειρο μάτι του Βιλεαρδουίνου, ξεχώρισε στην ανατολική πλευρά του Ταΰγετου το φυσικό οχυρό λόφο του Μυζηθρά που δέσποζε πάνω από τον κάμπο της μεσαιωνικής Σπάρτης, που τότε λεγόταν «Λακεδαιμονία». Βρισκόταν στο κέντρο μιας περιοχής που για αιώνες μαστιζόταν απ’ τις επιδρομές δύο ανυπότακτων φυλών, των Τσακώνων του Πάρνωνα και των Μηλίγγων του Ταΰγετου. Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως, διάλεξε να χτίσει ένα ισχυρό κάστρο στην κορυφή του παράξενου και απότομου αυτού λόφου (620 μ. ύψος):
«Κι όσον εγύρεψε καλά τα μέρη εκείνα όλα,
Ηύρε βουνί παράξενον, απόκομμα εις όρος
Απάνω της Λακεδαιμονίας κανένα μίλι πλέον
Διατί του άρεσεν πολλά να ποιήσει δυναμάριν.
Ώρισε άνω εις το βουνί κι εχτίσαν ένα κάστρον,
Και Μυζηθράν τ’ ωνόμασε, διατί το έκραζαν ούτως
Λαμπρόν κάστρον έποικεν και μέγα δυναμάριν...»
Η ετυμολογία του τοπωνυμίου είναι ακόμα ασαφής και προήλθε είτε από το σχήμα του λόφου, που μοιάζει με το σχήμα του ομώνυμου τυριού ή κατά άλλους, από το όνομα κάποιου παλαιότερου ιδιοκτήτη της περιοχής. Υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος, πολύ πιο «ποιητική», αλλά που κινείται στα όρια του θρύλου και της λαϊκής φαντασίας.
Σύμφωνα με αυτή, η ονομασία προέρχεται από ένα γεγονός κατά τη διάρκεια μιας πολιορκίας, όταν η ιδέα ενός σοφού γέροντα έσωσε το κάστρο. Τα τρόφιμα μέσα στα τείχη είχαν σχεδόν τελειώσει και η παράδοση των πολιορκημένων ήταν πια θέμα χρόνου. Τότε ο σοφός γέροντας της ιστορίας μας σκέφτηκε κάτι που τελικά αποδείχθηκε σωτήριο. Ζήτησε από τις μητέρες, που είχαν νεογέννητα μωρά, να μαζέψουν το γάλα τους και να του το πάνε. Με αυτό έφτιαξε μερικά «κεφάλια» μυζήθρας και τα κρέμασε στις επάλξεις του κάστρου για να ξεραθούν. Οι πολιορκητές, σίγουροι ότι τα τρόφιμα των κλεισμένων στα τείχη είχαν τελειώσει, βλέποντας τα τυριά στις επάλξεις δεν πίστευαν στα μάτια τους. Νομίζοντας ότι οι πολιορκημένοι είχαν ακόμα μεγάλες ποσότητες τροφίμων και θα άντεχαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, απελπίστηκαν, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν. Το κάστρο σώθηκε και από τις μυζήθρες εκείνες τις φτιαγμένες από ανθρώπινο γάλα, πήρε το όνομά του, κάστρο του Μυζηθρά, που στη συνέχεια έγινε κάστρο του Μυστρά, ονομασία που έφτασε στις μέρες μας.Δέκα χρόνια μετά (1259) ο Βιλεαρδουίνος αιχμαλωτίστηκε από τον αυτοκράτορα του ΒυζαντίουΜιχαήλ Παλαιολόγο στην καταστροφική για τους Φράγκους μάχη της Πελαγονίας.[1] Για να απελευθερώσουν τον αρχηγό τους από τους Βυζαντινούς, οι Φράγκοι αναγκάστηκαν να προσφέρουν ως αντάλλαγμα στον αυτοκράτορα όλη τη Λακωνία με τα κάστρα της Μονεμβασίας, της Μάνης του Λεύκτρου και αυτό του Μυστρά. Έτσι από το 1262 ο Μυστράς, χάρη στην οχυρή και απρόσιτη θέση του, έγινε η έδρα Βυζαντινού στρατηγού, του «σεβαστοκράτορα», που έφερε το τίτλο «κεφαλή» και είχε ετήσια θητεία. Η χρονολογία αυτή σηματοδότησε την έναρξη της κύριας περιόδου στην ιστορία του Μυστρά, που διήρκεσε περίπου δύο αιώνες. Οι κάτοικοι της γειτονικής Λακεδαίμονος (Σπάρτη), μετά την ήττα Βυζαντινών από τους Φράγκους στο Μακρυπλάγι (1264), κοντά στη Μεγαλόπολη, αναζήτησαν μεγαλύτερη ασφάλεια και προστασία, και αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην πλαγιά του Μυστρά και γύρω από το κάστρο, για να εξασφαλίσουν την προστασία του στρατηγού. Από τότε λοιπόν η Σπάρτη, που ήταν «χώρα μεγάλη με πύργους και με τείχη» ισχυρά, σύμφωνα με το «Χρονικό του Μορέως», εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της και δημιουργείται η Πάνω Χώρα, που οχυρώθηκε με ισχυρό τείχος. Πολύ γρήγορα, καθώς όλο και πιο πολλοί κάτοικοι έρχονταν στο Μυστρά, δημιουργήθηκε έξω από τα τείχη μια νέα συνοικία, αυτή της Κάτω Χώρας, η οποία λίγο αργότερα περιτειχίστηκε με ένα δεύτερο τείχος, σύμφωνα με το συνηθισμένο πολεοδομικό σχεδιασμό της εποχής. Οι Φράγκοι δεν μπόρεσαν πια να βάλουν πόδι στο κάστρο του Μυστρά, που στο μεταξύ έγινε το κέντρο του ελληνισμού στην Πελοπόννησο κι έδρα στρατηγού, ιδιαίτερα μετά την άνοδο στον αυτοκρατορικό θρόνο του Ανδρόνικου Β'(1282-1328). Έτσι δημιουργήθηκε η πόλη του Μυστρά, που μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα απέκτησε λαμπρότητα σχεδόν ισάξια με αυτή της πρωτεύουσας του Βυζαντίου.
Κατά την ίδια εποχή (1295-1300), ο Μέγας Πρωτοσύγκελος Παχώμιος ιδρύει στους πρόποδες του βουνού τη μονή των Αγίων Θεοδώρων και στη συνέχεια τη μονή της Παναγίας «Οδηγήτριας» τουΒροντοχίου (1310) και σχεδόν ταυτόχρονα ο μητροπολίτης Λακεδαιμονίας και πρόεδρος ΚρήτηςΝικηφόρος Μοσχόπουλος μεταφέρει την έδρα του από την ερημωμένη πια Σπάρτη στο Μυστρά, όπου με τον αδελφό του Ααρών ιδρύει τον καθεδρικό ναό του Αγίου Δημητρίου και το μητροπολιτικό μέγαρο.
Στην πρώτη περίοδο (1308-48), οι στρατηγοί εξελίχθηκαν σε μόνιμους διοικητές, όπως οΚαντακουζηνός, εγγονός του Μιχαήλ Καντακουζηνού και πατέρας του κατόπιν αυτοκράτοραΙωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού, ο οποίος παρέμεινε στο Μυστρά επί 8 χρόνια (1308-16) και σκοτώθηκε πιθανώς σε μάχη κατά των Φράγκων. Τον διαδέχθηκε ο Ανδρόνικος Παλαιολόγος-Ασάν, γιος του άλλοτε βασιλιά της Βουλγαρίας, Ιωάννη Ασάν, που επανειλημμένα νίκησε τους Φράγκους και τους περιόρισε στη δυτική Πελοπόννησο. Αργότερα, το 1321, ανακλήθηκε στο Βυζάντιο και αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Καντακουζηνό, τον κατόπιν αυτοκράτοραΙωάννη ΣΤ', που όμως δε φαίνεται να κατέβηκε στην Πελοπόννησο, που ήταν ασφαλής, λόγω της μεγάλης παρακμής των Φράγκων από την εποχή εκείνη και μετέπειτα.
ΤΟ ΔΕΣΠΟΤΑΤΟ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣΛίγο αργότερα, στα μέσα του 14ου αιώνα, καταργήθηκε το σύστημα της διοίκησης της Πελοποννήσου με τους στρατηγούς, αμέσως μετά την άνοδο στην εξουσία του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού, ο οποίος αποφάσισε να μεταφέρει τη διοίκηση της περιοχής από τη Μονεμβασία στο Μυστρά, που γίνεται η πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Δημιουργείται έτσι νέος διοικητικός θεσμός, το Δεσποτάτο του Μορέως, υπό την άμεση εξουσία της Κωνσταντινούπολης, στο οποίο υπαγόταν σχεδόν όλη η Πελοπόννησος και το οποίο αποτέλεσε το προπύργιο του ελληνισμού στα ξένα φύλα που βρίσκονταν στην περιοχή (Σλάβοι, Φράγκοι, Αλβανοί). Οι στρατηγοί έγιναν ισόβιοι άρχοντες με τον τίτλο «Δεσπότης» και στη θέση αυτή οριζόταν ο δευτερότοκος γιος του εκάστοτε Βυζαντινού αυτοκράτορα, γεγονός που πρόσθεσε ιδιαίτερη αίγλη στο θεσμό. Στην αρχή το Μυστρά διοικούσε η δυναστεία των Καντακουζηνών (1348-83). Πρώτος δεσπότης διετέλεσε ο Μανουήλ (1348-80), δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ' Καντακουζηνού. Ο Μανουήλ με τη σύνεσή του κατόρθωσε να υποτάξει τους πειρατές, τους Έλληνες τοπάρχες και τους Φράγκους και να επιφέρει ειρήνη κι ευημερία στην περιοχή του Μυστρά, ενώ έκτισε ναούς και παλάτια. Μετά την παραίτηση του πατέρα του από το θρόνο, οι φύλαρχοι της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν (1355) και ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος έστειλε τους γιους του Ισαακίου, Ασάν, Μιχαήλ και Ανδρέα, για να εκδιώξουν τον Μανουήλ, που αν και κατέφυγε στη Μονεμβασία, αντιμετώπισε τις αυτοκρατορικές δυνάμεις και τελικά παρέμεινε Δεσπότης του Μυστρά. Μετά το θάνατό του, τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ματθαίος, ο οποίος ήρθε στο Μυστρά με τον έκπτωτο αυτοκράτορα πατέρα του και κυβέρνησε το Δεσποτάτο με σύνεση (1380-83). Μετά το θάνατό τους, ανέλαβε την εξουσία του Δεσποτάτου ο γιος του Ματθαίου, Δημήτριος (1383), που θέλοντας να διακόψει κάθε δεσμό με την Κωνσταντινούπολη και να γίνει ανεξάρτητος, προκάλεσε την άμεση οργή των Παλαιολόγων, που τον έδιωξαν και πήραν την άμεση διακυβέρνηση της ελληνικής ηγεμονίας του Μυστρά.
Έτσι, μετά το 1383 αρχίζει μια νέα σειρά δεσποτών του Μυστρά, που ανήκε στη δυναστεία των Παλαιολόγων και συνέχισε την εξουσία της μέχρι την κατάλυση του Βυζαντίου από τους Τούρκους και μάλιστα παρέτεινε τη ζωή της και πέρα από αυτή για μερικά χρόνια (1460). Όταν ανέλαβαν οιΠαλαιολόγοι την άμεση εξουσία του Δεσποτάτου του Μυστρά, η Πελοπόννησος βρισκόταν σε επαναστατική κατάσταση. Επειδή, αν και οι Φράγκοι είχαν σχεδόν εκμηδενιστεί και παρέμεναν περιορισμένοι στα δυτικά της Πελοποννήσου (Μεσσηνία, Ηλεία, Αχαΐα), είχαν εμφανιστεί νέοι επιδρομείς στη χώρα, οι Καταλανοί, οι Ναβαρραίοι και ήρθαν τότε οι Φλωρεντινοί Ατσαγιόλες και οι Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, που διεκδικούσαν και αυτοί τη χερσόνησο, ενώ οι Ενετοί κατείχαν το Ναύπλιο, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Παράλληλα οι Τούρκοι έκαναν πειρατικές επιδρομές στα παράλια και οι Αλβανοί είχαν αρχίσει να μετοικούν στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και να γίνονται απειλητικοί και προς τους ηγεμόνες και προς τους ντόπιους κατοίκους. Τέλος και οι Έλληνες φύλαρχοι δεν υπάκουαν σε καμιά νόμιμη αρχή.
Ο ΜΥΣΤΡΑΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ (1383-1460)Πρώτος δεσπότης του Μυστρά αναδείχθηκε ο Θεόδωρος Α' (1383-1407), γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου, ο οποίος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από το λαό, που έλπιζε ότι αυτός θα επαναφέρει την τάξη και την ευημερία στη χώρα. Η νέα δυναστεία κατόρθωσε με νικηφόρες επιχειρήσεις να επεκτείνει την εξουσία της σχεδόν σε όλη την Πελοπόννησο. Ο Θεόδωρος πολέμησε κατά των Φράγκων και συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους, όπως και κατά των Ναβαρραίων, ακόμα και κατά των Ελλήνων φυλάρχων, φτιάχνοντας μόνιμο στρατό από Αλβανούς, που τον εποικισμό τους ευνόησε στην Πελοπόννησο. Αλλά, όταν οι Τούρκοι επιτέθηκαν το 1397 κατά του Μορέως και κατέστρεψαν το Άργος, φτάνοντας μέχρι τη Μεσσηνία, ο Θεόδωρος Α' μάταια προσπάθησε να τους αντιμετωπίσει. Μπροστά στην απειλή νέας επιδρομής και απελπισμένος από την αναρχία και τη γενική αναστάτωση της Πελοποννήσου, ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τους Ιωαννίτες ιππότες, προς τους οποίους παραχώρησε μεγάλο τμήμα της χώρας μαζί με το Μυστρά και αποσύρθηκε στη Μονεμβάσια. Όταν όμως οι Ιωαννίτες ιππότες ήρθαν για να καταλάβουν το Μυστρά (1400), ο πληθυσμός της πόλης εξεγέρθηκε εναντίον τους και τους έδιωξε και ο Έλληνας μητροπολίτης ανακηρύχθηκε από το λαό προσωρινός κυβερνήτης. Κατόπιν, η συμφωνία με τους Ιωαννίτες ιππότες ακυρώθηκε και ο Θεόδωρος συμφιλιώθηκε με τους υπηκόους του στο Μυστρά. Πέθανε στο Μυστρά, αφού είχε γίνει μοναχός στο τέλος της ζωής του και θάφτηκε στη μονή της Οδηγήτριας του Βροντοχίου (1407). Στο μεταξύ όμως ήρθε η πανωλεθρία του Βαγιαζήτ στην Άγκυρα από τονΤαμερλάνο (1402) και ο βίος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και του Δεσποτάτου του Μυστρά παρατάθηκε για 50 ακόμα χρόνια.
Παρά τους σοβαρούς κινδύνους από το εξωτερικό και την τουρκική απειλή, ο Μυστράς παρέμεινε πολιτιστικό, θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο της περιοχής, ονομαστό σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Πίσω από τα τείχη του αναγεννήθηκαν κυριολεκτικά οι τέχνες και τα γράμματα, καθώς πλήθος σοφών, καλλιτεχνών και λογίων άφηναν την Κωνσταντινούπολη για να εγκατασταθούν στην Αυλή του δεσπότη. Πιο γνωστός από αυτούς ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων, η πιο χαρακτηριστική μορφή της περιόδου. Στο Μυστρά ίδρυσε τη περίφημη φιλοσοφική σχολή του, στις αρχές του 15ου αιώνα, στην οποία φοίτησαν πολλές φυσιογνωμίες της εποχής, ενώ ο ίδιος παρέμεινε στη βυζαντινή καστροπολιτεία ως το θάνατό του (1442).Τον Θεόδωρο Α' διαδέχτηκε ο ανιψιός του Θεόδωρος Β' (1407-43), δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β'. Ο νέος δεσπότης, που ήρθε στο Μυστρά με συνοδεία από πολλούς Βυζαντινούς άρχοντες, με πρώτο το ναύαρχο Μανουήλ Φραγκόπουλο, διευθέτησε τις διενέξεις, τακτοποίησε τα πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα και κατασκεύασε το τείχος Εξαμίλιον στον Ισθμό της Κορίνθου. Στις ημέρες του (1423), οι Τούρκοι, αφού κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, έφτασαν μέχρι το Μυστρά και εξανάγκασαν το Θεόδωρο να γίνει φόρου υποτελής του σουλτάνου. Τελικά το 1443 ο Θεόδωρος Β' παραχώρησε το Δεσποτάτο του Μυστρά στο νεώτερο αδελφό του, Κωνσταντίνο Δραγάτση Παλαιολόγο (1443-49), δεσπότη του δεύτερου ελληνικού δεσποτάτου στην Πελοπόννησο κι έτσι απέμεινε στο Μυστρά ως δεσπότης ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, έχοντας στην εξουσία του τη Λακωνία, τη Μεσσηνία, την Κόρινθο, την Ηλεία και την Πάτρα. Υπό τη συνετή και γενναία διοίκησή του ο Μυστράς γνώρισε την τελευταία περίοδο της δόξας του. Έφτιαξε και πάλι στην Κόρινθο το τείχος του Εξαμιλίου, που όμως και πάλι οι Τούρκοι το πέρασαν (1446) κι έφτασαν μέχρι την Πάτρα, παίρνοντας αιχμαλώτους και αναρίθμητα λάφυρα. Λόγω του γεγονότος αυτού, ο Κωνσταντίνος κι ο αδελφός του Θωμάς αναγκάστηκαν να υποταχθούν και πάλι στο Σουλτάνο Μουράτ, στον οποίον έγιναν οριστικά υποτελείς. Όταν το 1448 πέθανε ο Ιωάννης Η', ο δεσπότης Κωνσταντίνος κρίθηκε ως η μόνη σωτηρία του γένους. Στις 6 Ιανουαρίου 1449 στέφεται αυτοκράτορας στον Άγιο Δημήτριο, τη μητρόπολη του Μυστρά, κι από εκεί ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου έμελλε να εκπληρώσει με ηρωισμό τον τραγικό ρόλο του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Το Δεσποτάτο του Μυστρά περιήλθε από το 1449 στον ανίκανο αδελφό του Δημήτριο.
Ο ΜΥΣΤΡΑΣ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣΗ διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν επέφερε αμέσως και την κατάργηση της εξουσίας των δεσποτών στην Πελοπόννησο, έδωσε όμως την ευκαιρία στους αποίκους Αλβανούς του Μορέα να επαναστατήσουν και πλήθη από αυτούς τότε να λεηλατήσουν την πόλη του Μυστρά. Η επανάσταση αυτή σταμάτησε με τη βοήθεια των Τούρκων, τους οποίους τα αδέλφια Θωμάς και Δημήτριος είχαν καλέσει στην Πελοπόννησο. Στη συνέχεια τα δυο αδέλφια ήρθαν επανειλημμένα σε σύγκρουση μεταξύ τους. Και τη πρώτη φορά (1458), όταν κατέβηκε ο Μωάμεθ, αρκέστηκε να λεηλατήσει τη χώρα και να αιχμαλωτίσει χιλιάδες Έλληνες, τη δεύτερη όμως φορά (1460) επιτέθηκε κατά του Μυστρά. Η ζωή του Μυστρά και του Δεσποτάτου του Μορέως έληξε στις 30 Μαΐου 1460, καθώς ο Δημήτριος, ο ανίκανος αδελφός του Κωνσταντίνου, όχι μόνον παρέδωσε αμαχητί την πόλη και το απόρθητο κάστρο στους Τούρκους, αλλά και η κόρη του Ελένη παντρεύτηκε οικειοθελώς το Μωάμεθ τον Πορθητή και τον ακολουθεί στην Κωνσταντινούπολη. Συγχρόνως εξαναγκάζει τον αδελφό του, Θωμά, να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο και να τεθεί υπό την προστασία του πάπα. Έτσι, μετά το 1460 εκλείπει και το τελευταίο ίχνος ελληνικής εξουσίας στην Πελοπόννησο με την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μυστρά και αρχίζει και η παρακμή της πολιτείας.
Την περίοδο της τουρκοκρατίας στο Μορέα και την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μυστρά εγκαινιάζει μακρός Τουρκο-βενετικός πόλεμος, στη διάρκεια του οποίου πολλές πόλεις κυριεύτηκαν από τους Βενετούς, αλλά καταλήφθηκαν και πάλι από τους Τούρκους. Το 1464 ο αυθέντης του Ρίμινι, Σιγκισμόντο Μαλατέστα επιτέθηκε κατά του Μυστρά ανεπιτυχώς. Τελικά κατόρθωσε να κυριεύσει και να λεηλατήσει μόνο την πόλη και όχι το κάστρο, ενώ κατά την αποχώρησή του μετέφερε στο Ρίμινι τα οστά του Γεμιστού στο Ρίμινι, που τα ενταφίασε με τιμές στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου.
Κατά το διάστημα της πρώτης τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο (1460-1687), ο Μυστράς εξακολουθούσε να είναι μια ακμαία πόλη, αποτελώντας παράλληλα την έδρα του Τούρκου διοικητή (πασά) και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα έδρα της γενικής διοίκησης του Μορέως. Ένα μικρό διάλειμμα από την Τουρκοκρατία έγινε το 1687, όταν οι Ενετοί, υπό τον Φραγκίσκο Μοροζίνι, με τη βοήθεια Ελλήνων κατέλαβαν τον Μυστρά και όλη την Πελοπόννησο, την οποία διατήρησαν μέχρι το 1715. Την εποχή εκείνη ο Μυστράς ήταν πρωτεύουσα της νότιας Πελοποννήσου και είχε ακμαίο εμπόριο και πληθυσμό 45.000 κατοίκων, με καλή αστική κοινωνία, την οποία είχαν αναλάβει οι Κρεββατάδες, οι Λεώπουλοι κι άλλα σημαντικά άτομα.Στη συνέχεια οι Τούρκοι έγιναν και πάλι κύριοι της πόλης και αρχίζει η δεύτερη τουρκοκρατία (1715). Στην εξέγερση του 1770, τα «Ορλοφικά», μια μικρή ομάδα Ελλήνων και Ρώσων λεηλάτησε την πόλη και έκλεισε τη φρουρά στο κάστρο, ενώ οι Τούρκοι κάτοικοι έκαναν συμφωνία να φύγουν με τις οικογένειές τους. Όμως, κατά την αποχώρησή τους, τους επιτέθηκαν οι Μανιάτες και τους σφάγιασαν. Μετά την αποτυχία του κινήματος του Ορλόφ, οι Τούρκοι επικράτησαν και πάλι στην περιοχή και ομάδες Αλβανών λεηλατούσαν και ερήμωναν την περιοχή για δέκα χρόνια. Μετά το 1770 ιδρύθηκε ο Νέος Μυστράς, ενώ η παλαιά μεσαιωνική πόλη παρήκμασε και ο πληθυσμός μειώθηκε σε 8.000 κατοίκους. Στην Επανάσταση του 1821, ο Μυστράς, αν και φτωχός πια και σε κατάπτωση, συμμετείχε στον Αγώνα. Το 1825 οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ έκαψαν και λεηλάτησαν την Κάτω Χώρα, με αποτέλεσμα, όσοι από τους κατοίκους γλίτωσαν, άλλοι μετακινήθηκαν λίγο πιο χαμηλά στους πρόποδες του λόφου στο Νέο Μυστρά, ενώ άλλοι κατέληξαν στις όχθες του Ευρώτα, όπου από το 1830 άρχισε να χτίζεται η νέα Σπάρτη.
Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους οι αρχές της Λακωνίας εγκαταστάθηκαν στον ερειπωμένο Μυστρά, αλλά το 1834, όταν ο Όθωνας θεμελίωσε τη νέα Σπάρτη, οι αρχές μεταφέρθηκαν εκεί. Έτσι η βυζαντινή πολιτεία ερήμωσε οριστικά, αφού την εγκατέλειψαν και οι τελευταίοι της κάτοικοι. Χαρακτηριστικό είναι το δίστιχο από δημοτικό τραγούδι του 1840: «Παρόρι με τα κρύα νερά κι Αϊ Γιάννη[2] με τα άνθη, κι εσύ Μυστρά περήφανε, που σ’ έφαγε η Σπάρτη». Το 1952 απαλλοτριώθηκαν οι ιδιοκτησίες και η Βυζαντινή πολιτεία αποτέλεσε πλέον ένα απέραντο μουσείο.[1] Κοντά στο Μοναστήρι της σημερινής Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.
[2] Παρόρι και Αϊ Γιάννης είναι δύο γειτονικά χωριά, που απέχουν από τον Μυστρά 1 και 4 χλμ. αντίστοιχα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου